Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Το Πάρκο ανήκει στους πολίτες του Αγρινίου .


Απο τη φιλη  Marw Lachana


 Καθώς γυρνούσαν στο σπίτι με το θείο, θα ‘ταν δε θα ‘ταν πέντε χρόνων, εκείνο το βράδυ, διασχίζοντας τα δρομάκια του πάρκου ακούγονταν το θλιβερό κελάηδημα ενός πουλιού, που δεν έμοιαζε με τα πουλιά, που είχε ακούσει ως τότε. «Γκιων, γκιων, γκιων……», ρώτησε τι είναι αυτό κι ο θείος άρχισε να της διηγείται την ιστορία …ήταν ένας νέος λέει, που ‘χε σκοτώσει τον αδερφό του, κι από τότε καταδικασμένος σε αιώνια θλίψη μεταμορφώθηκε σε πουλί, και κάθε βράδυ καλούσε τον δύστυχο αδερφό του Αντώνη. Γκιώνη, γκιών, γκιών, γκιών… την έπιασε μια στεναχώρια που δεν εμπόραγε να κοιμηθεί.
  Όλο το βράδυ ίδρωνε το μικρό και το πιασε μαράζι κρυφό, για τούτη την απώλεια που κελάηδαγε το πουλί. Αυτή προτιμούσε τα αηδόνια που γλυκολάλητα φουρτούνιαζαν τις νύχτες κι ακούονταν μέχρι το σπίτι τους εκεί πιο πάνω και τα παγώνια με τα πολύχρωμα φτερά, που όταν έπεφταν τα μάζευαν οι γειτόνισσες και τα ‘βαζαν στ’ ανθοδοχείο μες τη σάλα.

 Τις Κυριακές ο αδερφός της, της μάζευε στις χούφτες πεταλούδες, βασίλισσες τις ονόμαζαν γιατί ήταν μεγάλες και πολύχρωμες και πέταγαν πάνω απ’ τα τζίνια, απ’ τα τζενεράλια και τους κατιφέδες κι ύστερα τις αμόλαγαν με λίγο μαραμένα τα φτερά να ξαναφύγουν. Είχε δει στο σπίτι της φίλης της που τις κάρφωναν σε σπιρτόκουτα με καρφίτσα αφού τις είχαν βαλσαμώσει με το οινόπνεμα και πλάνταζε η καρδιά της…

«Ακίνητοι το πουλάκι!!!» Η φωνή του φωτογράφου είχαμε αρκετούς τότε,  ακούγονταν κάθε Κυριακή σαν από κασέτα αφού όλοι έβγαζαν φωτογραφίες με τα «καλά» τους και στήνονταν σαν κούτσουρα κι ας τους έτρωγε και το μάλλινο το ρούχο από μέσα την Άνοιξη. Μικρά μουτρωμένα ή γελαστά, δεσποινίδες με το μίνι, μαθητές πιασμένοι απ’ τους ώμους μετά απ’ τα μπιλιάρδα και τα σφαιριστήρια , ζευγάρια, παππούδες μ’ αγγόνια απαθανάτιζαν τη στιγμή. Στα ίδια σημεία χρόνο με το χρόνο φωτογραφίζονταν όλη η πόλη.

Το Πάρκο ήταν τότε στις μεγάλες δόξες του, δωρεά καπνεργοστασιάρχη της περιοχής μαζί με το σχολείο, το μουσείο, την πλατεία. Οι σιδερένιες φερ-φορζέ καρέκλες, φιλοξενούσαν ικανοποιημένους μεσήλικες που απολάμβαναν το βραδινό τους αναψυκτικό, μαζί με τις κυρίες τους, με κότσους αλά Μπομπαντούρ, που καμάρωναν για τη θέση τους στην κοινωνία, εργάτες, μικροαστούς και αστούς ανακατεμένος ο ερχόμενος. Συνοικέσια επίσημα κι ανεπίσημα, κρυφά ραντεβού, έρωτες και χωρισμοί  έδιναν κι έπαιρναν. Νεαρά ζευγάρια με μεγάλα μπλε καροτσάκια, περιδιάβαιναν με τα τσιτωμένα ριγέ κουστούμια τους, τα μυτερά τους παπούτσια, τις λεπτές γραβάτες και μουστακάκι λεπτό της μοδός.
 Η μαρίδα γλύστραγε στα γαρμπίλι και γρατζούναε τα γόνατα και την ψυχή της, μυξόκλαιγε και κυνηγιόταν και τσούλαε σε ποδήλατα μ’ αμολυτά τιμόνια…εκεί που χορτάσαμε τον πασατέμπο, τα ήλια και το μαλλί της γριάς.
 Μια επαρχιακή πόλη έβγαζε βόλτα τα κρυμμένα της πάθη, την κούραση της εβδομάδας, τις κακομοιριές, τον πουριτανισμό της, την ανάγκη της για κοινωνικότητα και την απλότητα των επιθυμιών της κι ένοιωθε απολύτως ικανοποιημένη.

Τώρα μαράζωνε αβοήθητο απ’ την εγκατάλειψη και την αδιαφορία, σ’ ένα βουβό κι απελπισμένο ήχο ο γκιώνης είχε από χρόνια σωπάσει, τα παγώνια χάθηκαν, τα αηδόνια άλαλα, τα δέντρα του ξεριζωμένα κι ο κουρνιαχτός απ’ τα χαλίκια άφαντος.

 (Απόσπασμα από ανέκδοτο ….ακόμα…. μυθιστόρημα) Μάρω Λαχανά  7/10/12
……………………………………………………………..

Το Πάρκο του Αγρινίου, που μεγαλώσαμε μέσα σ' αυτό... αφού αφέθηκε στην απόλυτη παρακμή, αποφασίστηκε να "εξωραϊστεί", "αναπλαστεί" από μεγαλοεργολάβο....ερήμην μας. Ο γκιώνης φωνάζει μέσα μας…..το χουμε πληρώσει με πολύ γέλιο, μνήμες, μοναξιά, ονείρεμα, φυγή και φόβο για να σας το παραδώσουμε έτσι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου