Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

«Ηχήστε οι σάλπιγγες.. ! Σε αυτό το φέρετρο ακουμπούσε η Ελλάδα


*Μπροστά στον τάφο του Παλαμά ο Άγγελος Σικελιανός
 και αριστερά η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη.

28 Φεβρουαρίου 1943.  Η κηδεία του Κωστή Παλαμά. .

Διανύοντας την όγδοη δεκαετία της ζωής του, λίγες μέρες μετά το θάνατο της αγαπημένης συζύγου του, μέσα στην καταχνιά τη γερμανικής κατοχής, ο Κ..Παλαμάς θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή στις 27 Φεβρουαρίου 1943.. Την επόμενη μέρα θα γίνει η κηδεία του στο Α ́ Νεκροταφείο.

«Ο Γερο – Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός»,
παρατηρεί η Ιωάννα Τσάτσου. Πώς η είδηση μαθεύτηκε και ολόκληρη η Αθήνα κατέκλυσε το νεκροταφείο; Ποια ήταν εκείνη η σιωπηρή συμφωνία που μετέτρεψε την κηδεία του μεγάλου ποιητή σε παλλαϊκό αντικατοχικό συλλαλητήριο; Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε, που μια κηδεία μετατρέπεται σε διαδήλωση διαμαρτυρίας σε δύσκολους καιρούς. Κάτι παρόμοιο έγινε τα μετέπειτα χρόνια και με την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου και του Γεωργίου Σεφέρη.

Οι κατοχικές αρχές και η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου, καταλαβαίνοντας βέβαια τι θα επακολουθούσε, είχαν λάβει τα μέτρα τους. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ωστόσο παρέστη, καθώς επίσης και εκπρόσωποι των Γερμανών και Ιταλών. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς την αθρόα συρροή των κατοίκων της πρωτεύουσας. Ο κόσμος πνιγόταν. Αναζητούσε ένα ξέσπασμα, καθώς οι αντοχές του έφταναν πια στα όρια τους.

Πράγματι, η υπερφίαλη Γερμανία, καταλαβαίνοντας ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει, σκληραίνει ολοένα και περισσότερο τη στάση της με συλλήψεις ομήρων και εκτελέσεις. Οι φήμες για πολιτική επιστράτευση πληθαίνουν, οι απεργίες ξεσπούν η μία μετά την άλλη, οι άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους από την πείνα και η σβάστικα εξακολουθεί να βεβηλώνει την Ακρόπολη.

Οι κατακτητές, οπλισμένοι και επιφυλακτικοί, παρατηρούν το
σιωπηλό πλήθος, όμως δεν επεμβαίνουν.

Και ξαφνικά εκεί, μέσα στην
συνωστισμένη εκκλησία με τις χιλιάδες κόσμου απ’ έξω, μια φωνή
τράνταξε την παγερή σιωπή κι έφτασε θαρρείς σε κάθε γωνιά της
ελληνικής γης:

«Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
Δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογγήστε, τύμπανα πολέμου...
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»
 
Ήταν η στεντόρια φωνή του Άγγελου Σικελιανού.

 Ο επικήδειος, που συμπύκνωσε μέσα σε λίγους στίχους τη φωνή ολόκληρης της Ελλάδας. Γιατί, πράγματι, σ’ εκείνο το φέρετρο ακουμπούσε η Ελλάδα. Νέα παιδιά σήκωσαν το μικρό φέρετρο, ο Σικελιανός πρώτος.


*Η σορός του Παλαμά

 Το έβγαλαν έξω στον κόσμο κι από εκεί η λαοθάλασσα κατευθύνθηκε στην τελευταία κατοικία του ποιητή για να τον αποχαιρετήσει. Κι όταν το πρώτο χώμα ακούστηκε πάνω στο ξύλο, μέσα στη σιωπή και τη συγκίνηση, μια δεύτερη φωνή ακούστηκε και πάλι δυνατή και τολμηρή:

Αυτή τη φορά ένας άλλος μεγάλος λογοτέχνης ο Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά, με όση φωνή είχε μαζέψει δυο χρόνια μέσα του:

«Σε γνωρίζω από την κόψη...».

Σε λίγα δευτερόλεπτα ο Εθνικός Ύμνος δονούσε ολόκληρη την πρωτεύουσα, ολόκληρη τη χώρα. Ένας Εθνικός Ύμνος, που έβγαινε από χιλιάδες στόματα, από τα τρίσβαθα χιλιάδων ψυχών.

Οι κατακτητές κοιτούσαν σιωπηλοί. Κι όμως, κανείς τους δεν κουνήθηκε, κανείς τους δεν αντέδρασε. Ο Κωστής Παλαμάς είχε γίνει ένα σύμβολο. Με το θάνατό του ένωσε το λαό, τον εμψύχωσε. Ακόμα και οι βάρβαροι σεβάστηκαν την ιερή στιγμή και προσκύνησαν το μεγαλείο της ψυχής και της πέννας του.

«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
Δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογγήστε, τύμπανα πολέμου…
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Άγγελος Σικελιανός   

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος περιγράφει την κηδεία του Παλαμά:

<<Όταν φτάσαμε εκεί εμείς, η εκκλησία ήταν κατάμεστη και πάρα πολύς κόσμος ήταν έξω στην πλατεία. (…) Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία μίλησε ο Δαμασκηνός για τον Έλληνα. Ύστερα απάγγειλε ο Σικελιανός το ποίημά του με μια φωνή όσο ποτέ δυνατή. Τράνταζε ο Σικελιανός. Το ποίημα δεν ξέρω αν είναι από τα μεγάλα του. Εκείνη την ώρα τάραξε τις ψυχές και πολλοί κλαίγανε. Έδωκε τον τόνο. Δεν υπήρχε θάνατος πια. Τελούνταν μπρος μας η αιωνοποίηση, η αποθέωση ενός θνητού. Τη θλίψη την αντικαθιστούσε μια πνοή θριάμβου. (…) Ο κόσμος -τον υπολόγιζα ως δυόμιση χιλιαδες- σχημάτισε ένα αμφιθέατρο στον κατήφορο που οδηγούσε προς τον τάφο. Τι έγινε ακριβώς στον τάφο δεν είδα. Δεν μπόρεσα να πλησιάσω. Είδα πως γίνονταν κατάθεση στεφάνων, πως κατάθεσαν στεφάνια και κάτι ξένοι. Μόλις όμως συνέβηκε αυτό διά μιας από διάφορες πλευρές ακούγεται ο Εθνικός μας Ύμνος. Φαίνεται πως ο Κατσίμπαλης με την Ιωάννα άρχισαν πρώτοι. Πρώτα δειλά, ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε “Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος”. Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε “Ζήτω η Ελευθερία”.>>

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ “ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ” Εκδόσεις “ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ” 

Αναδημοσίευση απο 27-2-2012.

Πηγη  Λογομνημων
 Νεώτερη Ελληνική Ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου